επιτοκία

η (Α ἐπιτοκία) [επίτοκος]
νεοελλ.
βιολ. ο τρόπος με τον οποίο πολλαπλασιάζονται μερικά σκουλήκια με αποκοπή τού μισού σώματος, αλλιώς επιγαμία
αρχ.
ο τόκος τού τόκου («τόκους καὶ ἐπιτοκίας [τῆς φιλανθρωπίας] μή τελοῦντες», Φίλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επιτοκία — η (βιολ.), ο πολλαπλασιασμός ορισμένων σκουληκιών με αποκοπή του μισού σώματός τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπιτοκίας — ἐπιτοκίᾱς , ἐπιτοκία compound interest fem acc pl ἐπιτοκίᾱς , ἐπιτοκία compound interest fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγροτικά χρέη — Ονομάζονται τα βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα χρέη που συνάπτουν οι αγρότες για την αντιμετώπιση ατομικών, οικογενειακών ή επαγγελματικών αναγκών. Τα α.χ., εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της αγροτικής παραγωγής, διαφέρουν… …   Dictionary of Greek

  • αγροτική πίστη — Η ενίσχυση με ποικίλες μορφές δανεισμού της αγροτικής παραγωγής. Η α.π. διακρίνεται: α) Με βάση τον σκοπό δανεισμού, σε καταναλωτική και παραγωγική. Η πρώτη σκοπεύει στην εξυπηρέτηση άμεσων προσωπικών ή οικογενειακών αναγκών του αγρότη, ενώ η… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Καναδάς — I Επίσημη ονομασία: Καναδάς Έκταση: 9.970.610 τ. χλμ. Πληθυσμός: 30.007.094 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Οτάβα (827.898 κάτ. το 2001)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Ν με τις ΗΠΑ και στα Δ με την πολιτεία Αλάσκα των ΗΠΑ. Βρέχεται στα Β από… …   Dictionary of Greek

  • Μάντελ, Ρόμπερτ — (Robert Mundell, 1932 –). Καναδός οικονομολόγος. Σπούδασε στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), απ’ όπου έλαβε διδακτορικό τίτλο το 1956, και στη Σχολή Οικονομικών του Λονδίνου (LSE). Αρχικά δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ και στο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.